Περί αρχαίων και νέων ελληνικών ...


Το πρόβλημα είναι γνωστό εδώ και χρόνια – δεκαετίες καλύτερα : τι τα θέλουμε τα

αρχαία ελληνικά ; γιατί βασανίζουμε τους νέους μας με την εκμάθηση μιας «νεκρής»

γλώσσας, γιατί τους πιέζουμε να απομνημονεύσουν (χωρίς συνήθως να κατανοούν) αρχικούς

χρόνους, τύπους εγκλίσεων, μετοχές και απαρέμφατα, ρηματικές διαθέσεις και άλλα πολλά

που στα μάτια, στα αυτιά και στο μυαλό του μαθητόκοσμου φαντάζουν «κινέζικα» ; Απ ́ τη

θέση του εκπαιδευτικού και του φιλολόγου αντιμετωπίζω το πρόβλημα κάθε χρόνο,

προσπαθώντας – συχνά μάταια – να πείσω τους μαθητές μου πως, αν στερέψει η κοίτη,

αναπόδραστα κάποια μέρα θα στερέψει και το ποτάμι ... Ακολουθούν ορισμένες από τις

συνήθεις συζητήσεις στην τάξη και προσωπικές διαπιστώσεις για το θέμα.

Αρχικά, έχω αντιληφθεί πως, ενώ οι μαθητές δυσανασχετούν όταν έρχονται

αντιμέτωποι με γραμματικοσυντακτικού τύπου ασκήσεις, επιδεικνύουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον

για το κομμάτι εκείνο της φιλολογίας που καλείται γλωσσολογία. Πάντοτε, για παράδειγμα,

δίνουν προσοχή όταν μαθαίνουν πώς το αρχαίο ύδωρ έγινε σήμερα νερό (στο Βυζάντιο

χρησιμοποιούσαν το ονοματικό σύνολο νεαρόν ύδωρ) ή γιατί οι βορειοελλαδίτες

χρησιμοποιούν το με αντί του μου (που κατά το γλωσσολόγο Γ. Μπαμπινιώτη είναι

συντακτικώς ορθότερο). Επομένως, μια απλουστευμένη διδασκαλία ενός μαθήματος που θα

σχετιζόταν με την ιστορική γραμματική της αρχαίας ελληνικής θα μπορούσε να λειτουργήσει

προς την κατεύθυνση της επανασύνδεσης αρχαίων και νέων ελληνικών, αλλά και να διαλύσει

πολλές γλωσσικές προκαταλήψεις των Νεοελλήνων – που κατά κανόνα επιβάλλονται με

κριτήρια ποσοτικά και όχι ποιοτικά, από τη νεοελληνική κοινή της αττικής.

Επιπρόσθετα, υπερβολική κρίνεται η διδακτέα και εξεταστέα ύλη των αρχαίων

ελληνικών κατά την α ́ λυκείου. Οι μαθητές και καθηγητές υποχρεώνονται σε έναν αγώνα

δρόμου προκειμένου να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του υπουργείου, που πεισματικά

αρνείται να κατανοήσει πως η επιτυχία της επανασύνδεσης αρχαίων – νέων ελληνικών δεν

κρύβεται στις δεκάδες σελίδες της ιστοριογραφίας του Ξενοφώντα και του Θουκυδίδη αλλά

στην ποιοτική διδασκαλία. Κατά την ταπεινή μου γνώμη μπορεί να μάθει κανείς περισσότερα

αν διδαχθεί σωστά μια σελίδα παρά αν ξεφυλλίσει ασθμαίνοντας τρεις ή τέσσερις. Απ ́ την

άλλη, αντί οι μαθητές να μαθαίνουν τους αρχικούς χρόνους τριάντα – σαράντα αρχαίων

ρημάτων, θα μπορούσαν να εστιάσουν σε σαφώς λιγότερα, αλλά με την προϋπόθεση να

κατανοήσουν πώς από τους τύπους αυτούς παράγονται οι νεοελληνικές λέξεις (π.χ λείπ-ω 

έλλειψη, έ-λιπ-ον  ελλιπής, λέ-λοιπ-α  λοιπόν κλπ.).

Σε κάθε περίπτωση, μέριμνα του διδάσκοντος τα αρχαία ελληνικά οφείλει να είναι η

αμφισύνδεση (γλωσσική, σημασιολογική, φιλοσοφική, ιδεολογική, ηθική κλπ.) με τα νέα

ελληνικά. Η αποκομμένη από τη σύγχρονη πραγματικότητα διδασκαλία των αρχαίων τα

αδικεί και τα καθιστά μισητά στα μάτια των μαθητών. Το ίδιο και οι κορώνες μερικών

φιλολόγων που επιμένουν να εκθειάζουν την αρχαία ελληνική σε βάρος της νεοελληνικής

γλώσσας – καμιά γλώσσα από τις δύο δεν αξίζει ούτε το στίγμα της αλαζονείας ούτε το

αίσθημα μειονεξίας. Δεν είναι δυνατό να χωρίζει κανείς τη μήτρα από το έμβρυο, τη μάνα

από το παιδί, τη ρίζα από το φυτό ... Η Αντιγόνη του Σοφοκλή που διδάσκεται στη β ́ λυκείου

είναι ένα κορυφαίο δράμα που μας θυμίζει πως η φύση του ανθρώπου δεν έχει αλλάξει, αν

και μεσολάβησαν χιλιετίες. Αρκεί να αναζητήσει κανείς αυτούς τους παραλληλισμούς, να

ανακαλύψει στους χαρακτήρες της Αντιγόνης, της Ισμήνης, του Κρέοντα τους σύγχρονους

τραγικούς ήρωες.

Ακόμη και οι ιδιωματισμοί των προγόνων μας είναι συχνά ίδιοι και απαράλλαχτοι με

τους δικούς μας, σήμερα : ο Αίμονας (στ. 705) συμβουλεύει τον πατέρα του να μη βασίζεται

σε έναν μόνο τρόπο σκέψης με τη φράση μη νυν εν ήθος μόνον φόρει (ο λαός μας λέει σήμερα

τι μυαλά φοράς !). Ο Κρέοντας (στ. 569) μιλώντας για την Αντιγόνη – μνηστή του γιου του

λέει περιφρονητικά αρώσιμοι γαρ χατέρων εισίν γύαι, που σημαίνει : υπάρχουν και άλλα

χωράφια για καλλιέργεια (ο λαός σήμερα λέει το πασίγνωστο υπάρχουν κι αλλού πορτοκαλιές

...). Αυτά κι άλλα πολλά που ανακαλύπτει κανείς – αν το επιθυμεί – στους στίχους ενός

αρχαιοελληνικού δράματος δείχνουν ότι η αρχαία ελληνική γλώσσα είναι η πηγή του τρόπου

σκέψης κι έκφρασης των Νεοελλήνων.


Θα τελειώσω με τον Επιτάφιο του Θουκυδίδη, που διδάσκεται στην γ ́ λυκείου ως

μάθημα γενικής παιδείας και αδικείται κατάφωρα, ελέω και του άγχους των πανελληνίων

εξετάσεων που διακατέχει τους μαθητές. Ωστόσο, και στην περίπτωση αυτή, όπως προβλέπει

και η διαθεματικότητα, ο καθηγητής θα μπορούσε να κινήσει το ενδιαφέρον του μαθητή

συνδυάζοντας κάποια κεφάλαια του Επιταφίου, που σχετίζονται με τις αρχές της

δημοκρατίας, τις υποχρεώσεις του πολίτη, τον ορισμό της ανδρείας, τη διάσταση μεταξύ

έργων – λόγων, με το μάθημα της νεοελληνικής γλώσσας (έκθεση).

Καταληκτικά, μπορεί να ακούγεται κοινότυπο αλλά η αρχαιοελληνική γλώσσα

συνιστά ίσως το πολυτιμότερο κληροδότημα του πολιτισμού των προγόνων μας. Ας βρούμε

πάση θυσία τον τρόπο να την αξιοποιήσουμε, βοηθώντας την να εγκλιματιστεί στη σύγχρονη

εποχή, διότι είναι ικανή μετά από μια διαδρομή τριών χιλιετιών να προσφέρει ακόμη σε

αυτόν τον τόπο.


Γιώργος Λιάππης, Εφημ. Θεσσαλία,21-6-2014