Ξανά η Γλώσσα ...


... και μαζί, από τη φετινή χρονιά, η Λογοτεχνία ! Μια πρώτη ανάγνωση των

βαθμολογιών στο μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας, που συνεξετάστηκαν

στις πανελλαδικές, προκαλεί τουλάχιστον προβληματισμό. Μόλις 5,5 % των υποψηφίων

ξεπέρασαν το 16, σχεδόν το 80% έγραψε κάτω από 14, ένα 28% δεν πέρασε τη βάση (το

τελευταίο, όπως είχαμε εξηγήσει σε σχετικό άρθρο τον περασμένο Σεπτέμβριο, χτυπάει το

«καμπανάκι» του λειτουργικού αναλφαβητισμού) ... Οι επιδόσεις κρίνονται αρκετά έως

εντυπωσιακά χειρότερες σε σχέση με τις αντίστοιχες των τελευταίων ετών. Τι έφταιξε ;

Φέτος, κατά το υπουργείο, έγινε – υποτίθεται – μια ποιοτική στροφή στην εξέταση

του γλωσσικού μαθήματος. Κατ ́ αρχάς, για πρώτη φορά προστέθηκε η εξέταση του μαθητή

σε λογοτεχνικό κείμενο, το οποίο έπρεπε να ερμηνεύσει σύντομα. Επιπλέον, οι επιμέρους

ερωτήσεις προϋπέθεταν περισσότερη κριτική ανάγνωση, ανάλυση και σκέψη, αποφεύχθηκε η

τυποποίηση. Τέλος, για πρώτη φορά το θέμα της έκθεσης δεν ήταν «χειραγωγημένο» παρά

«ανοιχτό», ζητώντας από το μαθητή να καταθέσει την προσωπική του εμπειρία σε σχέση με

το διάβασμα βιβλίων. Προκύπτει από τα παραπάνω το εύλογο ερώτημα : ήμαστε έτοιμοι για

την παραπάνω διαδικασία ; Οι πενιχρές επιδόσεις, προφανώς, δίνουν την απάντηση ...

Δεν ήμαστε έτοιμοι ούτε ως πολιτεία, καθώς σε όλη τη διάρκεια της χρονιάς δίνονταν

διευκρινίσεις για τα νέα εξεταστικά δεδομένα σε καθηγητές και μαθητές. Δεν ήμαστε έτοιμοι

ούτε ως διδάσκοντες, καθώς η αφομοίωση και μετάδοση των νέων δεδομένων επιχειρήθηκε

σε μικρό χρονικό διάστημα, υπό πίεση. Δεν ήμαστε έτοιμοι ούτε ως μαθητές, και για τους

παραπάνω λόγους αλλά και γιατί σε όλα μας τα χρόνια συνηθίζαμε να «σκανάρουμε» ένα

γραπτό κείμενο, όχι να το διαβάζουμε και να το κατανοούμε – πόσο μάλλον να διαβάζουμε

λογοτεχνία. Τέλος, δεν ήμαστε έτοιμοι ούτε ως διορθωτές – αποτιμητές αυτής της

προσπάθειας, όπως έδειξαν οι παλινωδίες σε ό, τι αφορά τις διορθωτικές οδηγίες της

Κεντρικής Επιτροπής Εξετάσεων αλλά και η δυσκολία ή και δυσθυμία να εφαρμοστούν από

τους καθηγητές. Οι τελευταίοι είχαν ομολογουμένως επίπονο έργο, αφού από γραπτό σε

γραπτό έρχονταν αντιμέτωποι με τις διαφορετικές οπτικές των μαθητών – εξ ου και η

«εκτόξευση» του αριθμού των γραπτών που χρειάστηκαν αναβαθμολόγηση. Ως επακόλουθο

οι φετινές απαιτητικές εξετάσεις στο μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας

κατέδειξαν αυτήν τη βαθμολογική γύμνια ...

Το ερώτημα που τίθεται εύλογα – και πιστεύω τριβελίζει ήδη το μυαλό των αρμοδίων

- είναι τι κάνουμε από δω και πέρα. Επιστρέφουμε στο παλιό σύστημα εξέτασης (που δεν

ήταν κακό) ; Ή προσπαθούμε να αφομοιώσουμε, να διδάξουμε καλύτερα το μάθημα και να

εξαντικειμενικοποιήσουμε, όσο γίνεται, την εξέτασή του ; Αυτή η απόφαση θα φανεί

σύντομα, από την ανακοίνωση της εξεταστέας ύλης, που τοποθετείται χρονικά τέλη

Αυγούστου. Αν με ρωτάτε τι πιστεύω – και για να ανοίξω τα χαρτιά μου – θεωρώ ότι καλό

είναι το υπουργείο να επιμείνει στο φετινό τρόπο εξέτασης. Χρειάζεται, επιτέλους να

καταλάβουμε ως μαθητές και ως κοινωνία τι σημαίνει διαβάζω, κατανοώ, γράφω. Και πολύ

περισσότερο να εντάξουμε τη λογοτεχνία στη ζωή μας ... Είναι τραγικό παιδιά 18 χρονών να

μη μπορούν να ξεχωρίσουν τη μεταφορά από την κυριολεξία – γιατί αυτό αποδείχθηκε σε

πολλές περιπτώσεις φέτος. Φθάσαμε στο σημείο αδυναμίας μετατόπισης της σκέψης μας από

την «κοινή» λεγόμενη λογική, της παντελούς απουσίας συναισθηματικής νοημοσύνης.

Εν πάση περιπτώσει, και για να μην το κουράζουμε άλλο, ελπίζω το φετινό

«μάθημα» να οδηγήσει σε ορθές αποφάσεις τους ιθύνοντες. Πάνω απ ́ όλα καλούνται να

λάβουν μια συνειδητή και αιτιολογημένη – τεκμηριωμένη απόφαση, την οποία θα

υποστηρίξουν. Γιατί δύο και πλέον δεκαετίες τώρα εισπράττω πειραματισμούς και λύσεις

«πολιτικάντηδων» στα ζητήματα της πολύπαθης παιδείας. Εκεί ακριβώς όπου οι λύσεις θα

έπρεπε να είναι εξόχως (εκ)παιδευτικές ...


Γιώργος Λιάππης

«Θεσσαλία», 26/7/2020